Οικογενειακές Υποθέσεις

Στις "Οικογενειακές Υποθέσεις" ο Δημήτρης Τσουμπλέκας επισκέφτεται τοπία της παιδικής ηλικίας, υπό την οπτική γωνία του ενηλίκου. Στις φωτογραφίες, τα βίντεο και τις εγκαταστάσεις του χρησιμοποιεί τη γλώσσα των παραμυθιών για να διηγηθεί αλληγορίες γύρω από την οικογενειακή ζωή. 

Ζώα, μεταμορφώσεις, κρυψώνες στα δάση, κατσαρόλες που αχνίζουν είναι μερικά από τα σύμβολα που του επιτρέπουν να σχολιάσει οικογενειακούς μύθους, γενεαλογικά δέντρα, αλλά και αυτοβιογραφικές σκέψεις του γύρω από τη σύγχρονη οικογένεια –αυτό τον μικρό, εξιδανικευμένο, αλλά κατά βάθος τρομακτικό πυρήνα της αρχιτεκτόνησης των παθών.

Ένα μικρό μέρος της αθηναικής του έκθεσης πρωτοπαρουσιάστηκε στην Γκαλερί Ζagreus Project, στο Βερολίνο, όπου ο καλλιτέχνης ζει και εργάζεται τα τελευταία χρόνια. Υπό τον τίτλο «Η Χήνα», εκείνη η έκθεση –ένας λαβύρινθος σχεδίων και αρχειακού υλικού- ανακαλούσε μνήμες από μια συνταγή μαγειρικής, η οποία μεταφέρθηκε στην οικογένειά του, από γενιά σε γενιά, με τον ίδιο τρόπο που μεταφέρονται σε κάθε οικογένεια μυστικά, μύθοι, γενεαλογικές αοριστίες.

Για την «Χήνα», ο καλλιτέχνης συνεργάστηκε με τη σύντροφό του, τη συγγραφέα Αμάντα Μιχαλοπούλου. Μαζί ταξίδεψαν στο γενέθλιο τόπο του προπάπου του, ένα χωριό κοντά στη Νυρεμβέργη και συνυπέγραψαν την έκθεση- μια λογοτεχνική και μια οπτική αφήγηση που αλληλοσυμπληρώνονταν. Το ταξίδι, καθώς και οι αποτυχίες και οι διαψεύσεις κατά τη διερεύνηση των πηγών, αποτυπώθηκαν στη γερμανική έκθεση του 2005. Την ίδια χρονιά, μια υποτροφία στο Kuenstlerhaus Schoeppingen έδωσε στον Τσουμπλέκα τη δυνατότητα να επεξεργαστεί ακόμη πιο συστηματικά το θέμα του, με εγκαταστάσεις και βίντεο. Μια τρίτη κατεύθυνση, τα επεξεργασμένα οικογενειακά snapshots, προστέθηκαν στον κορμό της δουλειάς που παρουσιάζεται σήμερα στους χώρους της γκαλερί.

Για την αθηναική του έκθεση ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε τα έπιπλα που κατασκεύαζε ο πατέρας του στη δεκαετία του 70. Με τα έπιπλα αυτά έστησε δυο οικογενειακά σαλόνια που λειτουργούν ως σκηνικά για την αφήγηση αλληλοσυμπληρούμενων ιστοριών. Στο ένα σαλόνι είναι αναρτημένα επεξεργασμένα σχέδια που προέρχονται από εικονογραφημένα γερμανικά λεξικά της δεκαετίας του 20. Η τηλεόραση παίζει ένα animation βασισμένο στις ίδιες εικόνες. Στο τραπεζάκι, ένα μικρό βιβλίο με τα κείμενα της «Χήνας». Στο άλλο σαλόνι έχουν κρεμαστεί τα οικογενειακά snapshots. Μια δεύτερη τηλεόραση παίζει συρραφή από βίντεο που συγγενεύουν με τα παλιά οικογενειακά home movies.

Η εισαγωγή στις δυο αυτές εγκαταστάσεις είναι ένα βίντεο που αποδομεί το δισέλιδο ενός αγγλογερμανικού λεξικού: γύρω από το λήμμα «Οικογένεια» λέξεις εμφανίζονται και εξαφανίζονται δημιουργώντας ένα οπτικό ποίημα. Η έκθεση τελειώνει με μια ακόμη βιντεοπροβολή: «Το Δάσος» αναφέρεται στον κόσμο των παραμυθιών, στον τρόμο και την έλξη που ασκούν τα ανεξιχνίαστα δάση τους. Τα μπλεγμένα κλαδιά της οικογενειακής ιστορίας, ο ίλιγγος που προκαλούν οι αέναες διασταυρώσεις τους, βρίσκουν στο «Δάσος» του Τσουμπλέκα έναν ανησυχητικό οπτικό συμβολισμό.

Συνεχίζοντας τους προβληματισμούς του γύρω από το χώρο και γύρω από την επιρροή που ασκεί η αρχιτεκτονική στην προσωπική μας ιστορία (που εκφράστηκαν κυρίως στις ατομικές εκθέσεις του "Open Kitchen - Broken Homes", και "Σατόρι στο Μαρούσι") ο Δημήτρης Τσουμπλέκας καταλήγει σε ένα είδος υπαρξιακής αρχιτεκτονικής που καταδεικνύει ότι κατοικούμε όχι μόνο σε σπίτια, γειτονιές, πόλεις, αλλά κυρίως εντός μας.

Η ιδιάζουσα αρχιτεκτονική αυτών των εσωτερικών τοπίων θυμίζει την πίστη των αδερφών Γκριμ στα παραμύθια, "στις κρυψώνες εκείνες μέσα σε σπίτια και αυλές που περνούσαν από παπού σε εγγονό και τώρα υποχωρούν διαρκώς στην ανάγκη για περισσότερο χρήσιμο χώρο μέσα στις καινούργιες κατοικίες μας, στην ανάγκη για μια κενή κι ανόητη μεγαλοπρέπεια".

Με την εικονοποιία του παραμυθιού (δάση, πύργοι, εφιαλτικές Κοκκινοσκουφίτσες και μικρομέγαλα παιδιά που σκαρφαλώνουν σ'ένα σύννεφο) ο καλλιτέχνης εξιστορεί τη βιαιότητα της ενηλικίωσης και την ουτοπία της παιδικής ηλικίας. Περιγράφει, μ'άλλα λόγια, τη γονεϊκή μοίρα: το πώς μεγαλώνουμε με τα παιδιά μας , το πως μιλάμε με τους νεκρούς μας.