Πατάτας

Γεια σας !
Με λένε Πατάτα και είμαι δώδεκα χρονών.
Σήμερα όμως νιώθω γέρος.
Το βάρος της ύπαρξης μπορεί να γίνει ανυπόφορο μερικές φορές.
Μιλάω γι’ αυτές τις μέρες, που όλα σου φαίνονται εντελώς μάταια και είναι αδύνατον έστω και να σηκωθείς από το κρεβάτι.
Το να αντικρίσεις τον  εαυτό σου στον καθρέφτη μπορεί να ’ναι το πιο επικίνδυνο πράγμα στον κόσμο.
Η μοναδική ελπίδα επιβίωσης είναι να τρυπώσεις στο ζεστό σου κρεβάτι, να μπουκωθείς με φρυγανιές  και τσάι, να κουκουλωθείς με την κόκκινη κουβέρτα σου.

 

ΚΑΤΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑΝ ΝΑ ΜΟΥ ΠΟΥΝ – Η ιστορία του Καρότου

Τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι.
Ήμουν χαρούμενος.
Γυρνούσα εδώ κι εκεί, έπαιζα κρυφτό, μιλούσα στα δέντρα.
Η ζωή, τ’ αλλάζει όλα τελικά.
Και δεν μπορείς να αντιδράσεις σ’ αυτό.
Και μετά, όλα έχουν τελειώσει.
Φυσικά την αγαπούσα.
Κι ακόμη την αγαπώ.
Όχι με τον ίδιο τρόπο, πάντως.
Θυμάμαι τα μαλλιά της ιδιαίτερα..
Το πώς κυλούσαν μαλακά ως τους ώμους.
Το πώς σκούραιναν γλυκά στις άκρες.
Σαν να προσπαθούσαν να μου πουν κάτι.

Έκλεψα αυτή την κουβέρτα πριν από χρόνια.
Σε μια άθλια παιδική χαρά, στα προάστια.
Δεν έχω ιδέα πια, γιατί ή με ποιόν είχα πάει εκεί, αλλά θυμάμαι το ζεστό κόκκινο χρώμα της κουβέρτας κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό.
Μου φάνηκε τόσο απαλή, φιλική και οικεία. Ήμουνα σίγουρος ότι σύντομα θα την χρειαζόμουνα.
Την άρπαξα λοιπόν και άρχισα να τρέχω.
Φυσικά όλοι με είδαν.
Και παρότι το τρέξιμο και η περίεργη φάτσα μου έκαναν τα πράγματα ακόμη χειρότερα, κανείς δεν αντέδρασε.
Έτρεχα σιωπηλά και σε λίγο δεν υπήρχε τίποτα και κανείς τριγύρω.
Μόνο εγώ και η κουβέρτα μου κάτω απ’ την απαλή βροχή..

ΟΛΕΣ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΚΑΛΗΝΥΧΤΕΣ – Η ιστορία του Πράσου.

Ανησυχούσα πραγματικά, για τον μικρό.
Για μας.
Τότε όλα έδειχναν φυσιολογικά.
Όλα βρίσκονταν στη θέση τους.
Κι’ όμως, αισθανόμουν την αταξία παντού γύρω μου.
Αργά το βράδυ, στον καθαρό νεροχύτη.
Στον τρόπο που οι πετσέτες γατζώνονταν στα καρφάκια τους.
Στον γλόμπο, που κρεμόταν αβοήθητος πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
Στους μικρούς, ασήμαντους θορύβους.
Κι ήταν ακόμη παιδί.
Αλλά δεν θέλω να μιλήσω για τον Πατάτα τώρα.
Μιλάω για μας.
Για όλες αυτές τις καληνύχτες.

Ονόμασα την κουβέρτα μου Κόκκινη.
Άρχισα να της μιλάω κι ύστερα από λίγο καιρό η Κόκκινη άρχισε να μου απαντά κι από τότε περνάμε πολύ ωραία μαζί, συζητώντας, κάνοντας βόλτες, καπνίζοντας.
Παρατηρούμε τα πουλιά και τα σύννεφα κι ευχόμαστε να ήμασταν κάτι άλλο ή να μην υπήρχαμε καθόλου.
Κυρίως να μην υπήρχαμε καθόλου.
Οι καλύτερες στιγμές της ζωής μου! Εγώ και η Κόκκινη, καθισμένοι πλάι-πλάι, αντικρίζοντας το κενό γύρω μας, χωρίς την παραμικρή ανάγκη να συζητήσουμε ή να σκεφτούμε..

ΤΩΡΑ ΞΕΡΩ – Η ιστορία της Κόκκινης.

Το μόνο που ξέρω είναι το χρώμα.
Το χρώμα μου.
Κόκκινο.
Ξέρω και πως το λένε, τώρα.
Και τις μυρωδιές.
Την δική του μυρωδιά.
Η μυρωδιά του μυρίζει όπως εκείνος.
Και η δική μου μυρωδιά μυρίζει όπως εκείνος.
Τώρα ξέρω.