Η λειτουργία των εικόνων

Γιώργος Τζιρτζιλάκης

Ξεκινώ μ' ένα ερώτημα: Για πιό λόγο αναζωοπυρώθηκε έτσι απότομα στη νεώτερη γενιά καλλιτεχνών αυτή η ακόρεστη μανία με την πόλη; Μια πρώτη απάντηση που μου 'ρχετε στο νου είναι ότι η απώθηση επιστρέφει: ο σύγχρονος άνθρωπος ανακαλύπτει πανικόβλητος πως μόνο στη μεγάλη πόλη ανασαίνει. Εκτός πόλης είναι σα να βρίσκεται εκτός πραγματικότητας, εκτός Ιστορίας, άρα και εκτός εαυτού. Θα πείτε: κάτι τέτοιο επιχείρησαν μέσα από μια άνευ προηγουμένου μητροπολιτική κραιπάλη όλες οι πρωτοπορίες του 20ου αιώνα.

Ναι, αλλά τώρα οι αναφορές γίνονται πιό προσωπικές, λιγώτερο κραυγαλαίες και οι μεταφορές εκλεπτισμένες. Μπορεί η νέα τέχνη να συνεχίζει και να ολοκληρώνει μια στροφή που είχε σημάνει η δεκαετία του 1920 και ακολούθησε εκείνη του 1960, διαφέρει όμως στη διάθεση και στο πνεύμα: τη θέση του μηδενισμού και του αυτο-αναφορικού φορμαλισμού πήρε μια καινούργια ευαισθησία για αξίες, χιούμορ και λεπτές νοηματοδοτήσεις.

Στη χώρα μας όταν σκεφτόμαστε ένα τοπίο του Παπαλουκά ή τα "Αττικά" του Πικιώνη η εντύπωσή που έχουμε είναι ότι η ζωγραφική μας εξαρτάται άμεσα από μια εμμονή στο φυσικό κόσμο, από το τοπίο μιας παραδείσιας, μεσογειακής υπαίθρου. Αυτή η γοητευτική και συχνά μελαγχολική στάση αντικαθίσταται σήμερα από την ανθρωπογεωγραφία της πόλης. Να γιατί αυτό που πριν μερικά χρόνια βρήκα ενδιαφέρον στις φωτογραφίες του Δημήτρη Τσουμπλέκα ήταν η προσπάθειά του να συνδέσει τις δύο αυτές ματιές (του φυσικού κόσμου και της πόλης) μ' ένα χαλαρό τρόπο. Με τον τρόπο δηλαδή που κατεβαίνει κανείς από το λεωφορείο για να περπατήσει μέχρι το σπίτι του. Μιλώ για τη suburbia mirabilis που εξέθεσε με τον τίτλο "Τι θα κάνω άμα πεθάνω" το 1996 στη Γκαλερί 3. ("θα γελάω;", "θα είμαι μόνος;", "θα είμαστε μαζί;", "θα χορεύω;").

Ξέρουμε λοιπόν σήμερα ότι εκκόλαψη της αστικής συνείδησης στη σύγχρονη ελληνική τέχνη ήρθε μέσα από μια σειρά από δισταγμούς και αμφιβολίες, ακολουθώντας εν τέλει την ιστορική συγκυρία. Η νωθρή αντίσταση στη γοητεία της πόλης άντλησε από τις παλιές φοβίες ενός κοινοτικού πληθυσμού και ενός μεσογειακού τρόπου ζωής που πολύ απέχει από την τραχύτητα των βορειοευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Η νεώτερη γενιά καλλιτεχνών καλλιεργεί μια έλξη για την Αθήνα σαν μεσολαβητικό στοιχείο των διαπροσωπικών σχέσεων, ίσως με κάποιο φετιχισμό της ξέφρενης καθημερινότητας και του παράδοξου. Ο Ευγένιος Αρανίτσης, μιλώντας για τη λογοτεχνία, έγραψε κάποτε ότι "η ταύτιση με την πόλη αποτελεί πιθανόν μια φροϊδική ταύτιση με τον επιτιθέμενο, του οποίου πρέπει να καθρεφτίσεις το πρόσωπο δια του προσωπείου." Νομίζω ότι μια τέτοια παρατήρηση ισχύει τόσο για τη σύγχρονη τέχνη, όσο και την αρχιτεκτονική.

Κάτι παρόμοιο δοκιμάζει, με τον δικό του τρόπο, στη νέα αυτή δουλειά του ο Τσουμπλέκας. Το photoshop πέρνει εδώ τη θέση του collage, προκειμένου να τοποθετηθεί ένα κτίριο ή ένα αντικείμενο σ' ένα διαφορετικό πλαίσιο. Όλες οι θεωρίες των πρωτοποριών επικεντρώθηκαν στην ετερογένεια και το μη οργανικό είδος αναπαράστασης που χαρακτηρίζει το κολάζ. Η Rosalind Krauss υποστήριξε ότι το ζητούμενο ήταν να δωθεί έμφαση "στο χάσμα που υπάρχει μεταξύ ενός θραύσματος της πραγματικότητας και ενός άλλου." (Amour Fou. Photography and Surrealism, Νέα Υόρκη 1985, σ. 27). Αν το ρεαλιστικό οργανικό έργο τέχνης ήθελε να συμφιλιώσει τον φυσικό κόσμο με τον πολιτισμό, η μη οργανικότητα του κολάζ παίζει απλά με τη συναρπαστική ετερογένεια της πραγματικότητας. Δεν είμαι σίγουρος αν πρέπει να αντιμετωπίζουμε με επιφυλακτικό τρόπο το γεγονός ότι οι τεχνικές της πρωτοπορίας έχασαν τον παλιό "ηρωϊκό" τους χαρακτήρα και έγιναν κοινό κτήμα της μαζικής κουλτούρας. Άλλωστε η ίδια η πόλη δεν είναι πλέον κάτι αρμονικό που μπορεί να διακυβερνηθεί και να ελεγχθεί απόλυτα.

Οι νέες τεχνολογίες της εικόνας συμβάλουν σε μια αμοιβαία προσχώρηση: η αρχιτεκτονική αυξάνει τα καλλιτεχνικά της χαρακτηριστικά και η τέχνη αποκτά ολοένα και περισσότερο αρχιτεκτονικά στοιχεία. Στο επίκεντρο βρίσκεται πάντα η περιπέτεια της αντίληψης, ο ίλιγγος του βλέμματος. Σήμερα η "ποιότητα" των πόλεων δεν εξαρτάται μόνο από τις απαραίτητες εξυπηρετήσεις τους, αλλά και από τη δύναμη των εικόνων τους. Και αυτό το διαισθάνονταν πολύ καλά ήδη από το 1934 ο γερμανός αρχιτέκτονας Καρλ Φρήντριχ Σίνκελ, σχεδιάζοντας το φαραωνικό παλάτι του Όθωνα πάνω στην Ακρόπολη των Αθηνών, χωρίς μάλιστα να πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα. Ιδού μια πρόωρη αποθέωση του non lieu, στον οποίο όλοι αναφέρονται σήμερα. Αν θέλετε όμως να πάμε ακόμα πιό πίσω, θυμίζω την υπέροχη εκείνη παραποίηση του Τολέδου (1595-1600) που έκανε ο Γκρέκο μετατοπίζοντας αυθαίρετα τον ποταμό και το καμπαναριό, αλλάζοντας τη θέση των κτιρίων.

Πολλά χρόνια αργότερα, ένας θεωρητικός της αρχιτεκτονικής, ο Colin Rowe, έγινε διάσημος με το βιβλίο του Collage City. Στο βιβλίο αυτό χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Πικάσο και το αγαπημένο του "κεφάλι του ταύρου" προκειμένου να περιγράψει την ιδέα μιας πόλης που θα είναι συναρμολόγημα διαφόρων αποσπασμάτων. Εκείνο που του διέφυγε όμως ήταν η ικανότητά της τέχνης να μετατρέπει το πιό κοινότυπο και καθημερινό πράγμα σε ξεχωριστό. Σήμερα κάθε ανάγνωση της πόλης είναι κατ' ανάγκη παρανάγνωση• η μόνη δυνατή ερμηνεία της είναι η παρερμηνεία. Η "νέα συμμαχία" της τέχνης με την αρχιτεκτονική έχει λοιπόν πρώτα απ' όλα να κάνει με τη λειτουργία των εικόνων της πόλης. Αυτό άλλωστε δοκιμάζει και ο Τσουμπλέκας.