Πειράματα επαναπατρισμού

Μερικές σκέψεις γύρω από τις φωτογραφίες της ενότητας "ΤΕΞΑΣ" του Δ. Τσουμπλέκα

"Σώζω σημαίνει στην πραγματικότητα: αφήνω κάτι ελεύθερο να εισέλθει στην καθαυτό ουσία του"

Μάρτιν Χάιντεγκερ

Στις φωτογραφίες της ενότητας "Τέξας" αναγνωρίζουμε καταρχήν τη μεγάλη ελευθερία του βλέμματος. Αυτό που ο Δημήτρης Τσουμπλέκας έχει πρωτοκοιτάξει και που κοιτάζουμε τώρα κι εμείς (τοπία, ανθρώπους, εσωτερικά κτιρίων) μοιάζει πάντα να έχει προκύψει από τη μάχη με το χρόνο, από τη μάχη με τον εαυτό του. Εγκαταλελειμένα κτίρια, δωμάτια με πεσμένους σοβάδες ή φυσικά εμπόδια, άνθρωποι-σκιές μπροστά στα ποτήρια τους, δαιμονικά παιδιά, μοναχικοί άντρες που κοιτάζουν αλλού, δηλώνουν σε όλους τους τόνους μια επιθυμία ελευθερίας- στα όρια της διάλυσης.

Σε μια πρώτη ανάγνωση μπορεί κανείς να θεωρήσει τις φωτογραφίες εικόνες διάψευσης. Πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο: όπως ακριβώς ο οικοδεσπότης που δεν ταχτοποιεί βιαστικά τα μαξιλάρια στον καναπέ μόνο και μόνο επειδή ήρθαν καλεσμένοι, έτσι και ο Τσουμπλέκας δείχνει αυτό που συμβαίνει χωρίς να το σκηνοθετεί ή να το κρίνει. Από την έλλειψη κριτικής, από τη συνειδητή αφαίρεση επιστρωματώσεων ιδεολογίας και ηθικής, προκύπτει ένα φαινομενολογικό credo: αυτό που υπάρχει, υπάρχει.

Όπως ξέρουμε, χωρίς τον ρυθμιστικό κανόνα της συγκίνησης η συγκίνηση πολλαπλασιάζεται επειδή ανασύρεται χωρίς τεχνάσματα και κόπο. Όποιος στέκεται μπροστά στις φωτογραφίες του "Τέξας" βρίσκεται σε σύγχιση. Πρέπει να ταχτοποιήσει μέσα του αυτό το αλλόκοτο θέαμα ατάκτως ερριμένων τοπίων και ανθρώπων και, επειδή ακριβώς αποτυγχάνει, αφήνεται σταδιακά στην παρατήρηση των μικρών και των μεγάλων λεπτομερειών μιας άναρχης ζωής. Ο θεατής έχει εξ ορισμού την ανάγκη να ταξινομήσει και να καταλάβει: Από που προέρχεται Αυτό; Πώς συνδέεται με Εκείνο; Στις φωτογραφίες του "Τέξας" εγκαταλείπει την προσπάθεια και κοιτάζει, όλο και πιο βουλιμικά, τα τοπία μιας φυσικής και ψυχικής καταστροφής. Άδειες πισίνες ξενοδοχείων, πυροσβεστήρες στη σειρά, εγκαταλελειμένα εργοστάσια (φωτογραφικών ειδών!), μολυσμένα νερά, θυμωμένα παιδιά, παραιτημένοι γέροι μεταφέρουν ένα μήνυμα χωροταξικής και συναισθηματικής ανυπακοής. Μόνο που η ανυπακοή ανήκει στο οπλοστάσιο των εφήβων- ενώ αυτές οι λήψεις ανατέμνουν τη διαδικασία της ωρίμανσης. Του μόχθου και της καταβαράθρωσης που φέρνει μαζί της κάθε αλλαγή.

Το παράξενο με το "Τέξας" είναι ότι οι φωτογραφίες αυτής της μάλλον σκοτεινής ενότητας δεν δημιουργούν βάρος, αλλά προσφέρουν στον θεατή μια ευκαιρία περισυλλογής και ταύτισης. Το κατεστραμμένο κομμάτι του εαυτού μας, εκείνο που πρέπει ν'αλλάξει, κατανοεί την ανάγκη της αλλαγής και ασυνείδητα "θυμάται" για ποιους λόγους πρέπει ν'αλλάξει. Εν ολίγοις το "Τέξας" είναι ένα είδος αποχαιρετισμού, μια επισήμανση του οριακού. Και όριο, όπως μάς θυμίζει ο Χάιντεγκερ, "δεν είναι αυτό στο οποίο κάτι σταματά, αλλά όπως το είχαν ήδη αναγνωρίσει οι Έλληνες, το όριο είναι εκείνο απ' όπου κάτι αρχίζει να εκδιπλώνει την ουσία του".

Γιατί όμως "Τέξας"; Το τοπωνύμιο έχει τις αναπότρεπτες συνδηλώσεις της βίας, του Νότου, της ερήμωσης. Στον βαθμό που το όνομα ορίζει και το πράγμα, το "Τέξας" αποτελείται από βίαια πειράματα επαναπατρισμού. Είτε πρόκειται για μια χαμένη πατρίδα, είτε για έναν χαμένο εαυτό, ο Δημήτρης Τσουμπλέκας προσεγγίζει το πείραμά του ως φυσιοδίφης, ως επιστήμονας που συλλέγει υλικό προτού βγάλει συμπεράσματα. Μαζί του κι εμείς παρακολουθούμε αυτό το αταξινόμητο ντοκουμέντο που μάς ταξιδεύει από το Μαρούσι, την Κέρκυρα και το Μεσολόγγι ως το Βερολίνο και τη Νέα Υόρκη, βυθίζουμε τα πόδια μας σε βρώμικα νερά ή ροκανίδια, πέφτουμε από σκάλες, βλέπουμε πλοία να περνούν, ανθρώπους να χάνονται και αφού εγκαταλειφθούμε στη δίνη επιστρέφουμε στον εαυτό μας με την ψευδαίσθηση ότι αυτό που μόλις είδαμε συμβαίνει έξω και όχι βαθιά μέσα μας.

Ενα ρεπορτάζ που περιγελά το ρεπορτάζ, να τι είναι οι φωτογραφίες του Τσουμπλέκα: ακόμη και οι λήψεις που αποτυπώνουν πολιτικές και κοινωνικές συρράξεις στην Αθήνα του Μνημονίου ξεπερνούν τη στιγμή και φωτίζουν μια άλλη εσωτερική πάλη η οποία μαίνεται ανεπίγνωστα.

Αμάντα Μιχαλοπούλου