Ένας τέλειος θάνατος

Ένας τέλειος θάνατος1

 "Προσπαθώ να καταγράψω τη στιγμή που ζω.
Προσπαθώ να ξεχωρίσω την τρέλα και να της δώσω τάξη".2

Ο Δημήτρης Τσουμπλέκας ξεκινά κάθε νέα σειρά έργων του με αφετηρία σημειώσεις, εικόνες που έχουν να κάνουν με τον τρόπο που παρατηρεί σταδιακά, σταθερά και επίμονα ένα συγκεκριμένο θέμα. Με αυτή τη σειρά έργων, εισάγει τον εαυτό του στη διαλεκτική της δημιουργίας μέσα από μια μεταθανάτια εικόνα σχεδόν νεκροψίας.

Χρησιμοποιώντας αυτό τον ιδιόμορφο τρόπο ανακαλύπτει τον εαυτό του και τον αναλύει μέσα από τις παραμέτρους μιας συγκεκριμένης αισθητικής που ταυτόχρονα του επιτρέπει να διατηρήσει, να προβάλει και να αναπτύξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και δημιουργεί χρησιμοποιώντας τον φωτογραφικό φακό. Σαν την ανακάλυψη των εφηβικών ημερολογίων ενός κοριτσιού, οι φωτογραφίες του Τσουμπλέκα είναι συχνά μια περίεργη, άβολα αποκαλυπτική εμπειρία. Διστακτικά αλλά και φιλόδοξα χρησιμοποιεί τον φωτογραφικό φακό για να καταγράψει εντυπώσεις, εμπειρίες και ανισόρροπες καταστάσεις με μια σειρά μοτίβων που εμφανίζονται τόσο ρεαλιστικά όσο και επινοημένα.

Τρεις αναφορικοί άξονες έχουν κατά κάποιο τρόπο στιγματίσει την εικαστική παραγωγή των σύγχρονων καλλιτεχνών την τελευταία δεκαετία: η εμμονή στην εύρεση μιας ταυτότητας, ο πλουραλισμός των καλλιτεχνικών μέσων, και η σχέση των παραπάνω με την πραγματικότητα και την καθημερινή ζωή. Στα πλαίσια αυτού του σκεπτικού, οι φωτογραφίες του Τσουμπλέκα ελέγχουν, κρίνουν αλλά και συμβαδίζουν με αυτό τον προβληματισμό. Τα έργα του είναι κατά κανόνα αυτοβιογραφικά και εγωκεντρικά, ενώ ο θεατής βρίσκεται σε συνεχή συνείδηση του μέσου που χρησιμοποιείται.3 Η καρικατούρα της ζωής και του θανάτου παίζεται από τον ίδιο μέσα από απλές, τρυφερές, στερεότυπες και αλλόκοτες σκηνικές καταστάσεις. Άλλοτε οι φωτογραφίες είναι ελκυστικές, άλλοτε εμφανίζονται μελαγχολικές, άλλοτε χιουμοριστικές και άλλοτε άσκοπες. Η μελαγχολία της καθημερινής απουσίας, η απλή πραγματικότητα, η κενότητα του γελοίου, η απελπισία της πράξης όσο και της απραξίας εμφανίζονται ως επινοημένη μεταθανάτια "πραγματικότητα". Οι συμπαγείς εικόνες του Τσουμπλέκα αμφιταλαντεύονται μεταξύ του εμφανούς και του αόρατου, γλιστρώντας στοιχεία από το ένα στο άλλο, επιμένοντας ότι δύο αντιδιαμετρικές καταστάσεις μπορεί να είναι στην ουσία τους αχώριστες.4 Ο ίδιος εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να εμφανίζεται άλλοτε ως απεγνωσμένη ψυχή και άλλοτε ως κλόουν —η προθυμία του να παίξει και τους δύο ρόλους μοιάζει να προσθέτει ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο στη δουλειά του' τον σαρκασμό. Με μια ανεπαίσθητη χροιά θεατρικότητας, με συναισθηματισμό αλλά και φιλοσοφικό περιεχόμενο συμπυκνώνει αυτό που μοιάζει με σύνθετη προσωπική ιστορία σε μια θεμελιώδη εικόνα χωρίς περιθώρια αλλαγής. Άλλοτε με απομακρυσμένο, φανερά ουδέτερο τρόπο, και άλλοτε με οξεία, σχεδόν ανένδοτα σκληρή διάλεκτο εμφανίζεται να μεταλλάσσει και να μετατρέπει την οπτική, την προοπτική όσο και τη συνείδηση μας.

Η θεματογραφία του, ο τρόπος που χειρίζεται, εκμεταλλεύεται και μετατρέπει την αντίληψη μας είναι συγχρόνως προκλητικός και άβολος —μια τέχνη που ταυτόχρονα κρύβει και αποκαλύπτει. Η δουλειά του Τσουμπλέκα αναπτύσσει την εξερεύνηση του καλλιτέχνη σε έντονες ψυχολογικές καταστάσεις— οι αναπαραστάσεις του εαυτού του μοιάζουν συνδεδεμένες και ταυτόχρονα απονευρωμένες η μία από την άλλη, ενώ παράλληλα παραπέμπουν σε έναν ιδιωτικό μονόλογο. Οι διάφορες εκδοχές του μοιάζουν να καταλήγουν στην απομόνωση και ταυτόχρονα σε μια δυναμική και ιδιόμορφη συγχώνευση —ένας διάλογος που αρθρώνεται για να δίνει μορφή στο χάος τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή. Αυτό το χάος που όλοι τελικά φοβόμαστε.

Έμιλυ Τσίγκου

  1. Robert Mapplethorpe
  2. Ο τίτλος προέρχεται από μια performance του James Lee Byars, 1987.
  3. της φωτογραφίας
  4. ζωή και θάνατος