Fresh Art

Η ενασχόληση με το θάνατο μοιάζει να είναι συνηθισμένο πράγμα, όπως συνηθισμένο μπορεί να είναι και το ερώτημα τι θα κάνω άμα πεθάνω, με το οποίο τιτλοφορεί τη φωτογραφική του έκθεση που πρόκειται να παρουσιάσει στην γκαλερί 3 ο Δημήτρης Τσουμπλέκας. Αν ο τίτλος ηχεί κάπως βαρύγδουπα, ο Τσουμπλέκας προσεγγίζει το ζήτημα με χιούμορ και σαρκασμό, θα γελάω; θα είμαι μόνος; θα είμαστε μαζί; θα χορεύω; αναρωτιέται καθώς τοποθετεί τον εαυτό του σε παράδοξες καταστάσεις και στα περίχωρα της πόλης. Όπως οι περισσότεροι ξέρετε, το ΑRΤ τρέφει διαρκή θαυμασμό για τη suburbia mirabilis της μεγαλούπολης.

Φαίνεται επομένως να τον απασχολούν περισσότερο οι αισθήσεις και τα συναισθήματα του και όχι η μυθολογία ή η φιλοσοφία του θανάτου. Ο Τσουμπλέκας αντιμετωπίζει το θάνατο σαν αναπόσπαστο μέρος της ζωής, όχι σαν κάτι που προκαλεί τρόμο και δέος. Δε στοχεύει στην ψυχολογική ένταση και δεν προσπαθεί να μας κλονίσει ηθικά ή συναισθηματικά, γι' αυτό και οι φωτογραφίες του δεν τείνουν προς το κλισέ ή το πομπώδες, φωτογραφίζει τον εαυτό του και το άμεσο περιβάλλον του —την περιοχή γύρω από το σπίτι του. Με τον τρόπο αυτό διερευνά ταυτόχρονα και τον αλλόκοτο χώρο του προαστίου που διχάζεται μεταξύ φυσικού στοιχείου και ανθρωπινής επέμβασης. Το αίνιγμα του σπιτικού και του οικείου δημιουργεί εδώ την αίσθηση του συνηθισμένου και του μοναδικού ταυτόχρονα.

Οι εικόνες του είναι πάντοτε σκηνοθετημένες και βασίζονται στην ιδιαιτερότητα που προκαλεί το γεγονός ότι βρίσκεται και πίσω και μπροστά από το φακό: είναι ένας τρόπος να βλέπεις και να βλέπεσαι. Κανένα από τα οπτικά του ντοκουμέντα δεν είναι τυχαίο —έχουν όλα επιλεγεί και μελετηθεί προσεκτικά. Έχουμε δηλαδή μια χαρακτηριστική περίπτωση κατασκευαστικού βλέμματος.

Ο φωτογράφος κατορθώνει να φτιάξει έναν μικρόκοσμο που είναι ταυτόχρονα οικείος και απόμακρος. Χωρίς καμιά επέμβαση στη φωτογραφική επιφάνεια και με ελάχιστη επέμβαση στο ίδιο το φιλμ, ο Τσουμπλέκας μεταμορφώνει το κοινότοπο και το καθημερινό σε μια μαγική (εναλλακτική) πραγματικότητα. Η νεανική και ανέμελη προσέγγιση του γίνεται εμφανής στις εικόνες του με τα φωτεινά, συνειδητά αλλοιωμένα χρώματα που σε έλκουν από την πρώτη στιγμή. Με τον τρόπο αυτό οι φωτογραφίες του μοιάζουν με ενσταντανέ από βίντεο-κλιπ ή, ακόμα καλύτερα, θα ήταν ιδανικές για εξώφυλλα δίσκων. Ο Τσουμπλέκας στήνει ένα οπτικό τοπίο που είναι άμεσο, αλλά ταυτόχρονα και παράξενο. Προσωποποιεί και ανεπαίσθητα μεταμορφώνει τον αντικειμενικό κόσμο σε ένα χώρο μοναδικό για τον εαυτό του και ενδιαφέροντα για το θεατή.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΡΕΓΟΥ