Σχόλια του Χριστόφορου Μαρίνου
There are no translations available.

ΙΛΕΑΝΑ ΤΟΥΝΤΑ CON/TEMPORARY

«Τρεις φωτογραφίες σε δύο ενότητες, που παρουσιάζουν ένα σπάνιο σε ομορφιά και μεγαλοπρέπεια φυσικό φαινόμενο. Το Διπλό ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ, που σχηματίστηκε ύστερα από βροχή το Απόγευμα της 15 Φεβρουαρίου 1991 και απήλαυσαν οι Αθηναίοι όσοι το πήραν είδηση.

Το ωραιότατο αυτό φαινόμενο με τα καθαρότατα χρώματα και τη διαύγειά τους, ό,τι ωραιότερο θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από τον ανυπέρβλητο Καλλιτέχνη, τη θαυμαστή ΦΥΣΗ, κράτησε περισσότερο από 15' λεπτά της ώρας και προκαλούσε τους φωτογράφους... Στην αριστερή φωτογραφία βλέπουμε το ΧΑΛΑΝΔΡΙ και στο βάθος αριστερά το ΜΑΡΟΥΣΙ και την ΚΗΦΙΣΙΑ. Στη φωτογραφία που 'στεφανώνει' τις άλλες δύο, είναι το κορυφαίο κύρτωμα του Ουρανίου Τόξου. Στη δεξιά φωτογραφία, οι άνω όροφοι των διδύμων Ουρανοξυστών του Ν.Ψυχικού και πίσω τους ο ΧΟΛΑΡΓΟΣ και η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Αττικής, και στο βάθος η μόλις διακρινόμενη κορυφογραμμή του ΥΜΗΤΤΟΥ».

Ο Βούδας των Βορείων Προαστίων

Ένα Υψηλό ουράνιο τόξο «ενώνει» τα βόρεια προάστια της Αθήνας. Τι μοναδικό θέαμα θεέ μου! Για άλλη μια φορά υποκλινόμαστε μπροστά στη δύναμη της Φύσης. «Αυτό υπήρξε». Τι συμβαίνει όμως πέρα από το Ουράνιο Τόξο; Τι υπάρχει κάτω από την παραδεισένια πόλη του Οζ, αν όχι τα προάστια πανικού και οι ανάλογες βιοτικές συνθήκες που αυτά κρύβουν, αν όχι καθημερινοί ήρωες προς αναζήτηση μιας πιο ευδιάκριτης ταυτότητας;

Το Σατόρι στο Μαρούσι, η νέα δουλειά του φωτογράφου Δημήτρη Τσουμπλέκα, είναι μια ασπρόμαυρη καλοκαιρινή ιστορία για τη ζωή στα προάστια, μια προσπάθεια αυτοκριτικής του χώρου διαβίωσης, μια καταγραφή συναισθημάτων ενός beat καλλιτέχνη. Το Σατόρι στο Μαρούσι είναι ένα ποίημα πικρού λυρισμού, ένα ποίημα χωρίς ανθρώπινη παρουσία. Εδώ ο άνθρωπος είναι αφηγητής, «ο θεός είναι θεατής» και ο καλλιτέχνης «είχε την ιδέα». Ειρωνεία, αηδία, ενόχληση, ανία και πάνω απ' όλα μια έντονη μελαγχολική διάθεση, είναι μερικά από τα συναισθήματα που διακρίνουν την ιδέα αυτή. Το όνομα της ιδέας σημαίνει πολλά. «Σατόρι» στα ιαπωνικά σημαίνει «ανακάλυψη», και μας παραπέμπει στο Σατόρι στο Παρίσι (1966), το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Jack Kerouac με θέμα την αναζήτηση της ταυτότητας του πρωταγωνιστή συγγραφέα – αλλά γιατί όχι και στην goth αισθητική των Bauhaus, από το ομώνυμο άλμπουμ του 1982. Ό,τι και να 'ναι, στο δικό του «μαύρο» σατόρι ο Τσουμπλέκας νιώθει ηττημένος (beat) από τη δύναμη της φύσης και «την ύπαρξη μιας πανθεϊστικής οντότητας».

Η Διακριτή Εικόνα

Στις έξι φωτογραφίες (Η Μπάλα, Το Αρνί, Το Σπίτι, Ο Κήπος, Το Φάντασμα, Ο Σκύλος) και στα δύο βίντεο (σε παραγωγή των The Furious Turtle Productions!) ο Τσουμπλέκας πραγματεύεται, και ταυτόχρονα ξεπερνά, το «αυτό υπήρξε» της αναλογικής φωτογραφίας. Τις φωτογραφίες του διαπερνά ένα νυχτερινό φως που μας φοβίζει και που χαρακτηρίζει τη διακριτή εικόνα, δηλαδή την αναλογικο-ψηφιακή φωτογραφία: «το φως της φωτογραφίας μας έρχεται από μια νύχτα του παρελθόντος που δεν έζησα, κάποια μέρα, όμως, η νύχτα αυτή υπήρξε ημέρα. Έγινε ανεπίστρεπτα νύχτα, αυτό είναι το παρελθόν (και το φάντασμα)». Στην περίπτωση του Τσουμπλέκα, το προάστιο ανήκει κι αυτό στα φαντάσματα. Οι αναλογικο-ψηφιακές εικόνες του εικονογραφούν την αλλαγή «στον τρόπο που κατανοούμε την κίνηση» και, συνεπώς, το χρόνο και τη μνήμη. Η νέα αυτή εικόνα αναιρεί τη συνέχεια, τη μοναδικότητα της στιγμής και το «αληθινό» της φωτογραφίας. Πράγματι, το «αυτό που ίσως υπήρξε» είναι αυτό που πλέον κυριαρχεί στη σημερινή (ψηφιακή) εικόνα.

Προάστια Πανικού

Είναι γνωστό –και θέλω να πιστεύω σωστό- ότι συγκεκριμένες περιοχές της πόλης καθορίζουν τη συμπεριφορά των ανθρώπων που ζουν σ' αυτές. Σε αντίθεση με τη ζωή στο κέντρο της πόλης, μέσα από τις εικόνες του Τσουμπλέκα ανιστορείται η κίνηση και ο βραδύς χρόνος του προαστίου, πάντα με γνώμονα τα συναισθήματα (φόβους και επιθυμίες) και τη συμπεριφορά του ίδιου του δημιουργού. Στην περίφημη Χάρτα των Αθηνών ο Le Corbusier έγραφε με εμπάθεια για τα «άρρωστα» προάστια ορίζοντάς τα ως «έδρα ενός πληθυσμού αβέβαιου που ζει κάθε λογής αθλιότητες», «επικράτεια όσων δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και παραδέρνουν στο στρόβιλο μιας ζωής απειθάρχητης», «ένα από τα μεγαλύτερα δεινά του αιώνα». Στο Σατόρι, ο Τσουμπλέκας συνδέει το Προάστιο (του Αμαρουσίου) με το Υψηλό. Στις παρυφές αυτής της «μηχανής» που λέγεται Αθήνα, στα πλοκάμια αυτού του «τέρατος», υπάρχει μια άλλη ζωή που γεννά αυτόματα κι ένα άλλο είδος αστικής τέχνης. Θύμα της γλυκιάς γοητείας που ασκεί το προάστιο, ο Τσουμπλέκας αποτελεί αυτή τη στιγμή έναν από τους βασικούς εκφραστές της ελληνικής εκδοχής του ιδιότυπου αυτού «χώρου του ανθρώπου».

Χριστόφορος Μαρίνος