Σατόρι στο Μαρούσι
There are no translations available.

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ Ο ουρανός μάς ήταν συνήθως αδιάφορος. Μόνο όταν άλλαζε ξαφνικά, τον βλέπαμε. Στις καλοκαιρινές καταιγίδες. Ή όταν πόναγαν τα μάτια μας, επειδή χαζεύαμε για πολύ ώρα τα σύννεφα.

 

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τα σύννεφα, ιδίως όταν ήταν χαμηλά και ακίνητα, μ' έκαναν να σκέφτομαι τον θεό. Ο θεός ήταν ένα μάτι. Με κοίταζε συνέχεια. Το αποδεχόμουν ενοχλημένος.

Η ΕΝΟΧΛΗΣΗ

Η ενόχληση που μου προκαλούσε ο ήχος του κλαρίνου ήταν σχεδόν σωματική. Με αηδίαζε μ' έναν τρόπο που έχω ξεχάσει πια. Στεκόμουν στην άκρη του Ρέματος και κλώτσαγα το χώμα.

ΤΟ ΧΩΜΑ

Το χώμα κράταγε ακόμα την ζέστη του μεσημεριού. Η άμμος όμως, που υπήρχε στην κοίτη, ήταν δροσερή. Παράξενη άμμος . Κριτσανιστή. Ποταμίσια. Μαζεμένη σε λάκκους ανάμεσα σε πέτρες και ρίζες.

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Οι ρίζες του πλάτανου φύτρωναν στη μέση του ξεροπόταμου. Επιφανειακές ρίζες. Φανταζόμαστε ότι διακλαδίζονταν βαθιά, στριφογυρίζοντας γύρω από θαμμένα οστά και σαπισμένα σεντούκια με λίρες από την Κατοχή.

Η ΚΑΤΟΧΗ

Την Κατοχή την γνωρίζαμε από αφηγήσεις άλλων. Ο πατέρας μου με κοίμιζε με διηγήσεις από την ΕΠΟΝ. Έλεγε ότι ο Λάμπρος, ο πατέρας του Παντελή, ήταν με τους ταγματασφαλίτες. Μιλούσε για κομμένα κεφάλια, χίτες, συσσίτια. Ήθελα να είμαι αριστερός. Αγόραζα την Αυγή και την έκρυβα μέσα στο Βήμα κάθε Κυριακή.

Η ΚΥΡΙΑΚΗ

Η Κυριακή βάραινε ύπουλα πάνω μας. Μας ακινητοποιούσε ήσυχα, με τη θέλησή μας . Η πλήξη μάς μούλιαζε, όπως η βροχή.

Η ΒΡΟΧΗ

Την βροχή περισσότερο την ακούγαμε παρά τη νιώθαμε. Άφηνε έναν μονότονο καθησυχαστικό ήχο στα φύλλα από πάνω μας και μόνο αργότερα πότιζε τα πουλόβερ μας. Η μυρωδιά του υγρού μαλλιού μπερδευόταν με τη μυρωδιά του καμένου ξύλου.

ΤΑ ΞΥΛΑ

Τα ξύλα καίγονταν με συριγμούς, βγάζοντας λίγο γκρίζο καπνό. Το μαύρο λουστραρισμένο κλαρίνο στο κέντρο της φωτιάς μας φαινόταν, για πρώτη φορά, όμορφο. Στις τρύπες του στραφτάλιζαν πορτοκαλί φλόγες. Καθόμασταν και οι τρεις, σαν Ινδιάνοι, γύρω από τη φωτιά και το κοιτάζαμε υπνωτισμένοι. Ο Γιάννης ,ο Παντελής και εγώ.

ΕΓΩ

Εγώ είχα την ιδέα. Θα κλέβαμε το κλαρίνο του κυρ-Λάμπρου και θα το καίγαμε στο Ρέμα. Ο Παντελής το βούτηξε ,ο Γιάννης μάζεψε τα ξύλα ,εγώ έφερα τα σπίρτα. Αλλά το κλαρίνο εκεί –ανέπαφο, γυαλιστερό, στη μέση της φωτιάς.

Η ΦΩΤΙΑ

Η φωτιά αργόσβηνε πια. Με δυσκολία βλέπαμε ο ένας τον άλλον. Οι μέρες στο τέλος του Αυγούστου είναι μικρές. Τότε ακούσαμε το σφύριγμα.

ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ

Το σφύριγμα ερχόταν από το σπίτι του κυρ-Λάμπρου. Είχε πιάσει πάλι τα δημοτικά, χωρίς κλαρίνο τώρα, μόνο με το στόμα. Κοιταχτήκαμε. Μας φώναζαν για φαγητό.